Meaning of Λαμία | Babel Free
/laˈmia/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η πρωτεύουσα της Φθιώτιδας
- τέρας που έπλασε η λαϊκή φαντασία με μορφή γυναίκας
-
πολύ κακιά γυναίκα figuratively
Ισοδύναμα
English
Lamia
Παραδείγματα
“πρόσεχε γιατί θα σε φάει η λάμια”
“※ Ακόμη κι αν της άρεσε, έπρεπε να το στραγγαλίσει το αίσθημα και να πάρει τα πόδια της να τσακιστεί η λάμια. Η αντροχωρίστρα. Τον άντρα της αδελφής της , το πουταναριό. Θυμωμένη, έξαλλη σαν σκύλα, μπήκε στην κουζίνα και την πλάκωσε στο ξύλο. Η άλλη μαζεμένη το δεχόταν, γιατί ήξερε πως ήταν δίκαιο (Ευγενία Φακίνου, Τυφλόμυγα, εκδ. Καστανιώτη, 2000)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.