Meaning of λαδικό | Babel Free
Ορισμοί
- σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί
- εργαλείο για να ρίξουμε μικρή ποσότητα λαδιού ή λιπαντικού σε εξαρτήματα μηχανής
- φλύαρη και κουτσομπόλα γυναίκα
Παραδείγματα
“※ Το λαδορρόϊ ἢ λαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)”
“≈ συνώνυμα: λαδορρόϊ”
“≈ συνώνυμα: λαδωτήρι”
“※ Το λαδικό μπροστά έστησε αυτί (Βούλα Μάστορη, Ένα-Ένα-Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“※ Λαδικό 1) (τὸ) = τὸ μπουκάλι ποὺ βάζουν τὸ λάδι .. 2) Οἱ γριές, ἀπὸ τὸ στάλαγμα τῆς μύτης των, ποὺ σταλάζει στὰ γεράματα ἀπὸ τὸ κρύο, σὰν τοῦ λαδιοῦ τὸ μπουκάλι. -Τὰ λαδικὰ πάλ ' μαζώχκαν (Θρακικά, εκδ. Θρακικό Κέντρο, 1929, σελ. 465)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.