HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λαδικό | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί
  2. εργαλείο για να ρίξουμε μικρή ποσότητα λαδιού ή λιπαντικού σε εξαρτήματα μηχανής
  3. φλύαρη και κουτσομπόλα γυναίκα

Παραδείγματα

“※ Το λαδορρόϊ ἢ λαδικό εἶναι τὸ ἐκ λευκοσιδήρου ὑπὸ τῶν φανοποιῶν κατασκευαζόμενον ἀγγεῖον, ἔνθα τίθεται τὸ ἔλαιον, προκειμένου νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὰ φαγητά. (Δημήτρης Λουκόπουλος, Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925)”
“≈ συνώνυμα: λαδορρόϊ”
“≈ συνώνυμα: λαδωτήρι”
“※ Το λαδικό μπροστά έστησε αυτί (Βούλα Μάστορη, Ένα-Ένα-Τέσσερα, εκδ. Πατάκης, 2025)”
“※ Λαδικό 1) (τὸ) = τὸ μπουκάλι ποὺ βάζουν τὸ λάδι .. 2) Οἱ γριές, ἀπὸ τὸ στάλαγμα τῆς μύτης των, ποὺ σταλάζει στὰ γεράματα ἀπὸ τὸ κρύο, σὰν τοῦ λαδιοῦ τὸ μπουκάλι. -Τὰ λαδικὰ πάλ ' μαζώχκαν (Θρακικά, εκδ. Θρακικό Κέντρο, 1929, σελ. 465)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λαδικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course