Meaning of λαδιά | Babel Free
/laˈðʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάδι accusative, nominative, plural, vocative
- λεκές που έγινε από λάδι
- γυναικείο επώνυμο
-
ενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική ή το νόμο familiar
Παραδείγματα
“Το πουκαμίσου ήταν γεμάτο λαδιές.”
The shirt was full of oil stains.
“Μάλλον έχει κάνει την λάδια του, εξού και το ένοχο ύφος.”
He's probably done his deceit, hence the guilty look.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.