Meaning of λαγάνα | Babel Free
Ορισμοί
- είδος άζυμου άρτου, με πεπλατυσμένη μακρόσυρτη φόρμα, που παρασκευάζεται κυρίως την Καθαρά Δευτέρα
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“Η λαγάνα είναι ίσως το σήμα κατατεθέν της Καθαράς Δευτέρας. Υπάρχουν πολλές συνταγές για να φτιάξει κανείς λαγάνα με ποικίλες πρώτες ύλες. Τα βασικά ωστόσο υλικά μιας λαγάνας είναι το αλεύρι, η μαγιά και το σουσάμι. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.