Meaning of λέσι | Babel Free
/ˈle.si/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- το ψοφίμι, πτώμα ζώου
- η δυσοσμία που αναδίνει, η βρόμα
-
για άνθρωπο αδύναμο και αποκαμωμένο, σαν ψοφίμι figuratively, vulgar
-
για άνθρωπο βρώμικο figuratively, vulgar
-
από τους Τούρκους, περιφρονητικά, για πτώμα χριστιανού dated
Παραδείγματα
“βρομάει σα λέσι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.