Meaning of λέζα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
-
ευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη informal
-
η λεζάντα familiar, informal
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λέζας)
-
στενοχώρια informal
- είδος υφάσματος - δαντέλα
- όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά
Ισοδύναμα
English
Lezhë
Παραδείγματα
“※ Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»”
“※ Αναδιάρθρωση: Απούσα η ΕΠΟ, «για να φάει όλη τη λέζα ο Αυγενάκης»”
“Δε μπορώ τώρα! Κάνω λέζα. (φτιάχνω τη λεζάντα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.