HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λάκα

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈla.ka

Ορισμοί

  1. είδος φυσικού βερνικιού, για την επάλειψη επιφανειών
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. σπάνιο λαϊκό η λακ για τα μαλλιά ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Ισοδύναμα

9 more languages
Češtinalak
Ελληνικάλακ
Suomilakata
Italianolaccapatina
Portuguêslaca
Svenskalackera

Παραδείγματα

και μη απλοποιημένη γραφή: λάκκα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λάκα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free