Meaning of λάγιος | Babel Free
/ˈla.ʝos/Ορισμοί
μαύρος, με μαύρο τρίχωμα (κυρίως για πρόβατα και σπανίως για μελαχρινούς ανθρώπους)
Demotic, vulgar
Παραδείγματα
“※ Πήρανε τ' αρνάκια μου / και τα κατσικάκια μου, / πήραν και το λάγιο αρνί / που 'χε το χρυσό μαλλί. (Το λάγιο αρνί, δημοτικό τραγούδι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.