HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόφτης | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈko.ftis/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα.
  3. τεχνίτης που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά
  4. ο παίκτης που έχει ως αποστολή να «κόβει» (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου

Ισοδύναμα

English wire cutters

Παραδείγματα

“※ Οι φιλοξενούμενοι είχαν τον Ανέστη στο τέρμα, τους Αποστολάκη, Λάρσον, Κορνέλιους, Χατζηθεοδωρίδη στην άμυνα από δεξιά προς τα αριστερά, τον Μλάντεν «κόφτη», τους Ντίας, Ντουάρτε εσωτερικούς, τους Μόρσεϊ, Σενγκέλια στα άκρα και τον Καρέλη στην κορυφή της επίθεσης. (Πρώτο Θέμα, 10/9/2022 https://www.protothema.gr/sports/article/1282934/super-league-1-ofi-panaitolikos-1-2-diplo-pou-egine-sunitheia-deite-ta-gol/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόφτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course