HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κόρο

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. η χορωδία που άδει σε μια παράσταση όπερας

Ισοδύναμα

EnglishChoir
DeutschChor
9 more languages
Ελληνικάχορωδία
Italianocoro
日本語
Nederlandskoorrei
Portuguêscoro
Українськахоровий

Παραδείγματα

“Η οικογένεια Κόρο μένει στο διπλανό χωριό.”

The Koro family lives in the neighboring village.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόρο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free