HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόπρανο | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ενικός του κόπρανα, το αποπάτημα, το σκατό, το κουράδι, η κουράδα
    rare
  2. ειδικά στην παλαιοντολογία: κοπρόλιθος

Παραδείγματα

“※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ Τα απολιθώματα ταινίας είναι εξαιρετικά σπάνια, ωστόσο οι ερευνητές του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου του Ρίο Γκράντε είχαν την τύχη να εντοπίσουν μικροσκοπικά αβγά σε ένα απολιθωμένο κόπρανο καρχαρία, το οποίο έκοψαν σε λεπτές φέτες και εξέτασαν στο μικροσκόπιο. (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόπρανο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course