κόντρες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόντρα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Είχαν συχνές κόντρες για ασήμαντα ζητήματα.”
They had frequent quarrels over trivial matters.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free