HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόμμι | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈko.mi/

Ορισμοί

  1. κολλώδης ουσία που εκκρίνουν ορισμένα φυτά (εξίδρωμα) και έχει ποικίλες χρήσεις
  2. καιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό
  3. για φαρμακευτική χρήση ως αλοιφή ή αφέψημα
  4. ως συντηρητικό σε οτιδήποτε (τρόφιμα, κατασκευές, ταρίχευση κ.λπ.)
  5. ως μονωτικό
  6. ως στερεωτικό προηγούμενων εποχώ (σε πρωτόγονα ή αρχαία αντικείμενα

Ισοδύναμα

English Latex

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόμμι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course