HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κόμμι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈko.mi

Ορισμοί

  1. κολλώδης ουσία που εκκρίνουν ορισμένα φυτά (εξίδρωμα) και έχει ποικίλες χρήσεις
  2. καιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό
  3. για φαρμακευτική χρήση ως αλοιφή ή αφέψημα
  4. ως συντηρητικό σε οτιδήποτε (τρόφιμα, κατασκευές, ταρίχευση κ.λπ.)
  5. ως μονωτικό
  6. ως στερεωτικό προηγούμενων εποχώ (σε πρωτόγονα ή αρχαία αντικείμενα

Ισοδύναμα

العربية مضغ
Bosanski lateks latice saft латекс
Català làtex
Čeština dáseň
Dansk saft
Deutsch gummieren Harz Latex Milchsaft
Ελληνικά ούλο τσίχλα
English gum gum Latex
Esperanto laktosuko
Español encía goma goma látex shiringa siringa
Galego látex
ʻŌlelo Hawaiʻi kohu
עברית לטקס
Hrvatski lateks latice saft латекс
Bahasa Indonesia getah lateks
日本語 ラテックス 乳汁 乳液
한국어 라텍스
Latina latex
Te Reo Māori tawau
Bahasa Melayu getah
Nederlands gom gummi latex tandvlees
Polski dziąsło guma gumowy lateks
Português gengiva látex
Српски lateks latice saft латекс
Svenska latex
Türkçe lateks öz su sakız

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόμμι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free