Meaning of κόμμι | Babel Free
/ˈko.mi/Ορισμοί
- κολλώδης ουσία που εκκρίνουν ορισμένα φυτά (εξίδρωμα) και έχει ποικίλες χρήσεις
- καιόμενο θρησκευτικά ως θυμίαμα ή αισθητικά ως αρωματικό ή ως εντομοαπωθητικό
- για φαρμακευτική χρήση ως αλοιφή ή αφέψημα
- ως συντηρητικό σε οτιδήποτε (τρόφιμα, κατασκευές, ταρίχευση κ.λπ.)
- ως μονωτικό
- ως στερεωτικό προηγούμενων εποχώ (σε πρωτόγονα ή αρχαία αντικείμενα
Ισοδύναμα
English
Latex
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.