Κόκος
Ορισμοί
- συστάδα μικρών κοραλλιογενών νησιών του Ινδικού Ωκεανού, μεταξύ της Σρι Λάνκα και της Αυστραλίας, τα οποία αποτελούν «εξωτερικό έδαφος» (external territory) της τελευταίας· τα νησιά ονομάζονται επίσης Κήλινγκ (Keeling)
-
ανδρικό όνομα, χαϊδευτικό του Γιώργος Cypriot
-
ο Κωνσταντίνος diminutive
- παρωνύμιο του πρώην βασιλιά (1964-1973) της Ελλάδας Κωνσταντίνου Β΄
Παραδείγματα
“※ O βουλευτής Τρικάλων Κοκός Χατζηπέτρος, με αφορμή κάποια αγόρευση στη Βουλή, έβρισε τον υπουργό Σπύρο Στάη, προσβάλλοντας την οικογένειά του”
“※ Ο Κωνσταντίνος (Κοκός) Χατζηπέτρος (1862-1904) ήταν Έλληνας πολιτικός (Κωνσταντίνος Χατζηπέτρος στη Βικιπαίδεια)”
“※ Συμπεριφορές [της βασίλισσας Φρειδερίκης] που απογειώθηκαν από τις αρχές του 1964, όταν ο γιος της Κωνσταντίνος (γνωστός και ως Κοκός), άβουλος λιμοκοντόρος, «άθυρμα στα χέρια της μητέρας του» κατά τον Ανδρέα Παπανδρέου, ανέλαβε να υποδυθεί τον βασιλιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free