Meaning of κόκκος | Babel Free
/ˈko.kos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ευδιάκριτο στερεό κομμάτι μιγμάτων αέρα
- μονοκρυσταλλικό τμήμα ενός υλικού
- έντομο του είδους Coccus pseudomagnoliarum
- έντομο του γένους coccus
- βακτήριο με σφαιρικό σχήμα
- μικροσκοπικός καρπός, όπως π.χ. των δημητριακών
-
ελάχιστη ποσότητα figuratively
Ισοδύναμα
English
grain
Παραδείγματα
“Η άμμος αποτελείται από κόκκους πετρωμάτων.”
“κόκκος καφέ”
“Ο κάθε κόκκος διαθλά το φως με διαφορετικό τρόπο αλλά με συγκεκριμένη πόλωση, έτσι σε ένα τυπικό υλικό το φως μπορεί και διαθλάται με διάφορες πολώσεις.”
“Φέτος ο κόκκος κατέστρεψε τις πορτοκαλιές της Χίου.”
“Ο κόκκος των εσπεριδοειδών μου προσέβαλλε τις πορτοκαλιές μου και εκκρίνει μια γλοιώδη ουσία σκέτη αηδία...”
“Ο σταφυλόκοκκος είναι ένας κόκκος που τείνει να ενώνεται με άλλους σταφυλόκοκκους δημιουργώντας σχηματισμούς που μοιάζουν με σταφύλια.”
“Το βιβλίο υποστηρίζει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα κόκκο αλήθειας σε αυτές τις νοσταλγικές παραδόσεις, επισημαίνει το γεγονός ότι μεταξύ των κοινοτήτων, ένας τρόπος της καθημερινής ζωής με βάση την προστασία της πολιτιστικής διαφοράς, ήταν ένα φυσιολογικό και σταθεροποιητικό χαρακτηριστικό των πολυεθνικών κοινωνιών. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.