Meaning of κόκκα | Babel Free
/ˈko.ka/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
χαρασσόμενη εγκοπή που εξυπηρετεί αρίθμηση, μέτρηση Cypriot
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόκκας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κόκκας
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.