HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κωφό

Επίθετο αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του κωφός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κωφός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“Το κωφό παιδί μαθαίνει νοηματική γλώσσα.”

The deaf child learns sign language.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κωφό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free