κωμική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κωμικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η νέα κωμική σειρά έγινε αμέσως δημοφιλής.”
The new comic series immediately became popular.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free