HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κυπριακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ci.pɾi.aˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την Κύπρο, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. κυπριακό: το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
  3. κυπριακή: η ελληνική διάλεκτος που μιλιέται στην Κύπρο

Ισοδύναμα

English Cypriot

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κυπριακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course