HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κυπριακός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
ci.pɾi.aˈkos

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με την Κύπρο, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. κυπριακό: το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
  3. κυπριακή: η ελληνική διάλεκτος που μιλιέται στην Κύπρο

Ισοδύναμα

Čeština kyperský Kypřan
English Cypriot Cypriot
Español chipriota
Suomi kyproslainen
Français Chypriote chypriote chypriote cypriote
Galego chipriota
עברית קפריסאי
हिन्दी साइप्रसी
Italiano cipriota cipriota
Kurdî şîp
Latina Cyprius
Latviešu kiprisks
Nederlands Cyprioot
Русский киприот
Svenska cypriotisk
Українська кіпрський
Tiếng Việt Síp

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κυπριακός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free