Meaning of κυπριακός | Babel Free
/ci.pɾi.aˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την Κύπρο, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
- κυπριακό: το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
- κυπριακή: η ελληνική διάλεκτος που μιλιέται στην Κύπρο
Ισοδύναμα
English
Cypriot
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.