κυνηγετική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κυνηγετικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Πήρε την κυνηγετική του καραμπίνα και βγήκε στο δάσος.”
He took his hunting rifle and went out to the forest.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free