Meaning of κυδωνιά | Babel Free
/ci.ðoˈɲa/Ορισμοί
- φυλλοβόλο δέντρο (του είδους Cydonia oblonga), με άσπρα ή ροζ άνθη, που κατάγεται από την Ασία και παράγει κίτρινους καρπούς (κυδώνια) οι οποίοι μοιάζουν στο σχήμα με το αχλάδι
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κυδώνι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Κυδωνιάς)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.