Meaning of κρυφο- | Babel Free
/kɾi.fo/Ορισμοί
πρόθημα για το σχηματισμό κυρίως ρημάτων και των παραγώγων τους, που δηλώνει ότι το υποκείμενο κάνει κάτι κρυφά
Παραδείγματα
“κρυφογελώ, κρυφοκαίω, κρυφοκοιτάζω, κρυφομιλώ”
“κρυφακούω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.