Meaning of κρυάδα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το να κρυώνει κάποιος και να έχει ρίγη, τρέμουλο ή ανατριχίλες απ’ αυτό
-
χαζό αστείο figuratively, offensive
-
απογοήτευση από αδόκητο δυσάρεστο γεγονός figuratively
Παραδείγματα
“※ Άκουαν τη βουή του ανέμου πάνω απ' τη στέγη και κρυάδες διαπερνούσαν τα κορμιά τους. (Βασίλης Ρώτας Οι ροδιές της Ζήρειας [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.