κρεμασμένα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρεμασμένο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα ρούχα ήταν κρεμασμένα στο σκοινί να στεγνώσουν.”
The clothes were hung on the line to dry.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free