Meaning of Κρανιά | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κρανίο accusative, nominative, plural, vocative
- φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Cornus mas) που βγάζει κίτρινα άνθη και μικρούς βαθυκόκκινους καρπούς με ξινή γεύση
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
English
cornel
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.