κρίταμο
Ορισμοί
ποώδες φυτό (Crithmum maritimum: κρίθμον το παράλιο), της οικογένειας των σελινοειδών, με βρώσιμες ή / και θεραπευτικές ιδιότητες, που φυτρώνει συνήθως σε παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας αλλά και Ευρώπης
Ισοδύναμα
17 more languages
Catalàfonoll marí
Cymraegffenigl y môr
Ελληνικάαρμυρήθρα
Gaeilgelus na gloine
Galegofiuncho do mar
Latinacrethmos
Tagalogdampalit
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free