HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κρήνη | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈkɾi.ni/

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. γυναικείο όνομα
  3. κτίσμα, συνήθως με καλαίσθητη κατασκευή και διακόσμηση, όπου συλλέγεται και διανέμεται νερό φυσικής ή τεχνητής πηγής ή αγωγού, με ένα ή περισσοτέρους κρουνούς
    formal

Ισοδύναμα

English spring

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Η κρήνη του ναού είναι μαρμάρινη.”
“≤ συνυπώνυμα: βρύση, γούρνα, πηγάδι, σιντριβάνι, στέρνα, υδραγωγείο, φιάλη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κρήνη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course