Meaning of κρήνη | Babel Free
/ˈkɾi.ni/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο όνομα
-
κτίσμα, συνήθως με καλαίσθητη κατασκευή και διακόσμηση, όπου συλλέγεται και διανέμεται νερό φυσικής ή τεχνητής πηγής ή αγωγού, με ένα ή περισσοτέρους κρουνούς formal
Ισοδύναμα
English
spring
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“Η κρήνη του ναού είναι μαρμάρινη.”
“≤ συνυπώνυμα: βρύση, γούρνα, πηγάδι, σιντριβάνι, στέρνα, υδραγωγείο, φιάλη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.