Meaning of κρέπα | Babel Free
/ˈkɾe.pa/Ορισμοί
- , (ζαχαροπλαστική) ψημένη πίτα ιδιαίτερα λεπτή που αμέσως μετά την παρασκευή της διπλώνεται είτε σε ρολό είτε τριγωνικά, με διάφορα είδη γέμισης (γλυκιάς ή αλμυρής)
- γυναικείο επώνυμο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.