HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κράκερ | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈkɾa.ceɾ/

Ορισμοί

  1. είδος τραγανού σνακ
    neuter
  2. άτομο που αποπειράται να αποκτήσει πρόσβαση σε υπολογιστικά συστήματα με σκοπό να τα βλάψει ή και να τα καταστρέψει
    feminine, masculine

Παραδείγματα

“Συνελήφθη και φυλακίστηκε ο Έλληνας κράκερ που παραβίαζε υπολογιστικά συστήματα ξένων διωκτικών αρχών.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κράκερ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course