Meaning of κούρσος | Babel Free
/ˈkuɾ.sos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το κούρσεμα, η κουρσάρικη επιδρομή και λεηλασία
Παραδείγματα
“※ Τότες ο Μπεν συλλογίστηκε να γυρίσει και κείνος στην πατρίδα του, βαριεστημένος από το κούρσος. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.