HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κούρσος | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈkuɾ.sos/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. το κούρσεμα, η κουρσάρικη επιδρομή και λεηλασία

Παραδείγματα

“※ Τότες ο Μπεν συλλογίστηκε να γυρίσει και κείνος στην πατρίδα του, βαριεστημένος από το κούρσος. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κούρσος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course