Σημασία του κούπες | Babel Free
Ορισμοί
- χαρτοπαίγνιο με μπάζες που έχει ως ατού τις κούπες (η ομάδα «χρώματος»/σχήματος των τραπουλόχαρτων) και παίζεται με τέσσερις παίκτες
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούπα accusative, nominative, plural, vocative
-
η διαδικασία με τις βεντούζες που εφορμόζεται σε ανθρώπους με κρύωμα κ.λπ. idiomatic
Παραδείγματα
“Παίξαμε κούπες με την παρέα μέχρι αργά το βράδυ.”
We played the trump-hearts card game with the group until late at night.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free