κοχύλια
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοχύλι
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Μάζεψε όμορφα κοχύλια από την παραλία το καλοκαίρι.”
He collected beautiful seashells from the beach in summer.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free