κοφτερή
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κοφτερός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η κοφτερή λεπίδα έκοψε εύκολα το σχοινί.”
The sharp blade cut the rope easily.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free