Meaning of κουφάρι | Babel Free
/kuˈfaɾi/Ορισμοί
- νεκρό ζώο, συνήθως άταφος
-
το πτώμα ενός ανθρώπου, το σώμα νεκρού ανθρώπου offensive
-
το σώμα αντικειμένων που είναι σε αποσύνθεση ή παρακμή figuratively
Παραδείγματα
“※ Ακόμα και να πέθαινα, έπρεπε να έρθουν, ν' αμπαλάρουν το κουφάρι μου και να το στείλουν για θάψιμο στην πατρίδα. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”
“το κουφάρι του πλοίου στέκει στο καρνάγιο σκουριασμένο, πολλά χρόνια τώρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.