Meaning of κορώνη | Babel Free
/koˈɾo.ni/Ορισμοί
- παραλιακή κωμόπολη της Μεσσηνίας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κορώνης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κορώνης accusative, genitive, singular, vocative
-
κουρούνα formal
- χερσόνησος της Αττικής στο Πόρτο Ράφτη
-
το ακραίο σημείο της πρύμης πλοίου ή σκάφους (επί του καταστρώματος ή επιστέγου) formal
Παραδείγματα
“φανός κορώνης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.