Σημασία του κορυφώνω | Babel Free
ko.ɾiˈfo.noΟρισμοί
- οδηγώ κάτι στο κορυφαίο, το ανώτατο σημείο του
- έρχομαι σε οργασμό
Παραδείγματα
“※ Η μελωδία κορυφωνόταν μ' ένα φορτίσιμο καὶ κοβόταν ἀπότομα. (Νέα Εστία, τομ. 114, τεύχη 1344-1355, 1983, σελ. 1053)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free