HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κορυφώνω — definition

Conjugation of κορυφώνω

Regular CEFR B2
ko.ɾiˈfo.no

οδηγώ κάτι στο κορυφαίο, το ανώτατο σημείο του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κορυφώνω
εσύ κορυφώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κορυφώνει
εμείς κορυφώνουμε
εσείς κορυφώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφώνουν
Παρατατικός
εγώ κορύφωνα
εσύ κορύφωνες
αυτός / αυτή / αυτό κορύφωνε
εμείς κορυφώναμε
εσείς κορυφώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κορύφωναν
Αόριστος
εγώ κορύφωσα
εσύ κορύφωσες
αυτός / αυτή / αυτό κορύφωσε
εμείς κορυφώσαμε
εσείς κορυφώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κορύφωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κορυφώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κορυφώσω
εσύ κορυφώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κορυφώσει
εμείς κορυφώσουμε
εσείς κορυφώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κορύφωνε
εσείς κορυφώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κορύφωσε
εσείς κορυφώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κορυφώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κορυφώνομαι
εσύ κορυφώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κορυφώνεται
εμείς κορυφωνόμαστε
εσείς κορυφώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφώνονται
Παρατατικός
εγώ κορυφωνόμουν
εσύ κορυφωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κορυφωνόταν
εμείς κορυφωνόμασταν
εσείς κορυφωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφώνονταν
Αόριστος
εγώ κορυφώθηκα
εσύ κορυφώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κορυφώθηκε
εμείς κορυφωθήκαμε
εσείς κορυφωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κορυφωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κορυφωθώ
εσύ κορυφωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κορυφωθεί
εμείς κορυφωθούμε
εσείς κορυφωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κορυφωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κορυφώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κορυφώσου
εσείς κορυφωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κορυφωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary