HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κορσές | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
koɾˈses

Ορισμοί

ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια

Ισοδύναμα

العربية كورسيه مشد
Català cotilla
Čeština korzet šněrovačka
Dansk korset
English Corset corset Girdle Stays
Esperanto korseto
Español corsé corset cotilla
فارسی کرست
Français corset
Magyar fűző
Հայերեն սեղմիրան
Íslenska lífstykki
Italiano corsetto corsetto
日本語 コルセット
한국어 코르셋
Nederlands keurs korset
Português corset espartilho
Русский грация корсе́т
Slovenčina korzet
Svenska korsett
Tagalog kurse
Türkçe korse lastik
Українська корсет
Tiếng Việt coóc-xê

Παραδείγματα

“※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορσές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free