HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κορσές

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
koɾˈses

Ορισμοί

ειδικό ελαστικό εσώρουχο που σφίγγει τη μέση ή την περιφέρεια

Ισοδύναμα

24 more languages
العربيةكورسيهمشد
Catalàcotilla
Danskkorset
Esperantokorseto
فارسیکرست
Magyarfűző
Հայերենսեղմիրան
Íslenskalífstykki
Italianocorsetto
한국어코르셋
Nederlandskeurskorset
Slovenčinakorzet
Svenskakorsett
Tagalogkurse
Türkçekorselastik
Українськакорсет
Tiếng Việtcoóc-xê

Παραδείγματα

“※ Πῶς εἶναι δυνατόν ν' ἀπαιτήση κανείς ἀπό τάς ράπτριας καί ἀπό τάς κυρίας νά μή ὁμιλοῦν - διότι ἐκεῖ θά ἐκαταντοῦσε τό πρᾶγμα, ἀφοῦ ὁ μεταβαπτισμός εἶναι ἀδύνατος - ἀπαγορεύων τήν χρῆσιν λέξεων καθώς χασές, μπατίστα, φούλαρο, τσίτι, νταντέλα, πικές, κορσές, ματινές, ζεφύρι, φραμπαλάς, μπολερό, ἀλπαγάς, σαντακρούτα, γιακᾶς, φιλντεκός, σιρίτι, ρεβεντούκι, περκάλι, τρικό, κασκορσέ, σουζούπ, πουανιέ, τρανσπαράν, σανζάν, ἀντρεντές, πανιέ, ἀγκράφα, κορσελέ, καλότα, ταφτάς, πονζέ, μπουφάν, ἐταμίν, καλότες (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AD%22&pg=PA45&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κορσές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free