Meaning of κορίτσα | Babel Free
/koˈɾi.t͡sa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίτσι (αντί του κορίτσια) familiar, vulgar
- άλλη γραφή του Κορυτσά
-
χωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Κλειστού dated
Παραδείγματα
“※ Αποβραδίς ξεκίνησα | μ' έναν παλιό μου φίλο | για το Χατζηκυριάκειο | και για τον Άγιο Νείλο. | Πού 'χει ρετσίνα δροσερή | και όμορφα κορίτσα (Μπαγιαντέρας, «Χατζηκυριάκειο»· ρεμπέτικο τραγούδι)”
“※ Η πόλη της Κοριτσάς βρίσκεται στο μέσο μιας μεγάλης εύφορης κοιλάδας, η οποία αρδεύεται από πηγές, χειμάρρους, ποτάμια και την περιβάλλουν επιβλητικά βουνά. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.