HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορίτσα | Babel Free

Noun CEFR B1
/koˈɾi.t͡sa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κορίτσι (αντί του κορίτσια)
    familiar, vulgar
  2. άλλη γραφή του Κορυτσά
  3. χωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Κλειστού
    dated

Παραδείγματα

“※ Αποβραδίς ξεκίνησα | μ' έναν παλιό μου φίλο | για το Χατζηκυριάκειο | και για τον Άγιο Νείλο. | Πού 'χει ρετσίνα δροσερή | και όμορφα κορίτσα (Μπαγιαντέρας, «Χατζηκυριάκειο»· ρεμπέτικο τραγούδι)”
“※ Η πόλη της Κοριτσάς βρίσκεται στο μέσο μιας μεγάλης εύφορης κοιλάδας, η οποία αρδεύεται από πηγές, χειμάρρους, ποτάμια και την περιβάλλουν επιβλητικά βουνά. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορίτσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course