κονκορδάτο
Ορισμοί
συμφωνία μεταξύ ενός θρησκευτικού ηγέτη, ιδίως του πάπα, κι ενός κρατικού αξιωματούχου για τη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων
Ισοδύναμα
12 more languages
DeutschKonkordat
Bahasa Indonesiakonkordat
Italianoconcordato
Kurdîkonkordato
Polskikonkordat
Portuguêsconcordata
Türkçekonkordato
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free