κομμωτής
Ορισμοί
επαγγελματίας που ασχολείται με τις κομμώσεις, δηλ. το κόψιμο και το χτένισμα της κόμης, των μαλλιών
Ισοδύναμα
14 more languages
Danskfrisør
Ελληνικάκομμώτρια
Esperantofrizisto
Suomihiusmuotoilija
Magyarfodrász
Italianoparrucchiere
Nederlandskapper
Polskifryzjer
Românăfrizer
Русскийпарикмахер
Svenskafrisör
Türkçeberber
Παραδείγματα
“Ο κομμωτής μού έκοψε τα μαλλιά πολύ κοντά.”
The hairdresser cut my hair very short.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free