HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κολόνια | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/koˈlo.ɲa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. διάλυμα αρώματος σε υγρό, συνήθως σε οινόπνευμα, που χρησιμοποιείται στο σώμα

Ισοδύναμα

English Cologne

Παραδείγματα

“※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κολόνια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course