HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κολόνια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
koˈlo.ɲa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. διάλυμα αρώματος σε υγρό, συνήθως σε οινόπνευμα, που χρησιμοποιείται στο σώμα

Ισοδύναμα

18 more languages

Παραδείγματα

“※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κολόνια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free