Σημασία του κολχικίνη | Babel Free
kol.çiˈci.niΟρισμοί
φάρμακο (χημικός τύπος C₂₂H₂₅NO₆) που εξήχθη αρχικά από το φυτό φθινοπωρινός κρόκος (Colchicum autumnale), και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας και της νόσου Αδαμαντιάδη-Μπεχτσέτ
Ισοδύναμα
Deutsch
Colchicin
English
colchicine
Suomi
kolkisiini
Italiano
colchicina
日本語
コルヒチン
Қазақ тілі
колхицин
Nederlands
colchicine
Polski
kolchicyna
Русский
колхици́н
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free