κολχικίνη
Ορισμοί
φάρμακο (χημικός τύπος C₂₂H₂₅NO₆) που εξήχθη αρχικά από το φυτό φθινοπωρινός κρόκος (Colchicum autumnale), και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας και της νόσου Αδαμαντιάδη-Μπεχτσέτ
Ισοδύναμα
7 more languages
Suomikolkisiini
Italianocolchicina
日本語コルヒチン
Қазақ тіліколхицин
Nederlandscolchicine
Polskikolchicyna
Русскийколхици́н
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free