Meaning of κολοκάσι | Babel Free
/ko.loˈka.si/Ορισμοί
-
τροπικό πολυετές φυτό, το οποίο καλλιεργείται για τον βρώσιμο κορμό και τις βρώσιμες ρίζες του (κόνδυλοι) Cypriot
-
ο κόνδυλος του παραπάνω φυτού· το μικρό κολοκάσι ονομάζεται πούλλα Cypriot
Ισοδύναμα
English
taro
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.