κοκκινέλι
Ορισμοί
η γενική ονομασία για κρασί κόκκινου χρώματος
Ισοδύναμα
32 more languages
Catalàvi negre
Češtinačervené víno
Cymraeggwin coch
Danskrødvin
DeutschRotwein
Ελληνικάκόκκινο κρασί
Eestipunane vein
Euskaraardo beltz
Gaeilgefíon dearg
Gàidhligfìon dearg
Galegotinto
עבריתיין אדום
Magyarvörösbor
Íslenskarauðvín
Italianovino rosso
한국어적포도주
Latviešusarkanvīns
Македонскицрвено вино
Nederlandsrode wijn
Polskiczerwone wino
Portuguêsvinho tinto
Русскийкрасное вино
Slovenščinardéče víno
Türkçekırmızı şarap
中文紅酒
繁體中文紅酒
Παραδείγματα
“※ τρέχουν, ανεβοκατεβαίνουν, ο ένας να πιάση κρασί, κοκκινέλι, ο άλλος να τηγανίση το αλατισμένο χοιρινό, ο τρίτος να φέρη χωριάτικο ψωμί (Μέλπω Αξιώτη, στο Άννα Ματθαίου, Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955: μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Ἐκδ. Θεμέλιο, 1999, σελ. 235)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free