κοιτάσματα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κοίτασμα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Ανακαλύφθηκαν νέα κοιτάσματα πετρελαίου στην περιοχή.”
New oil deposits were discovered in the area.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free