Meaning of κλητήρας | Babel Free
/kliˈti.ɾas/Ορισμοί
- εκείνος ο οποίος μοιράζει διάφορα έγγραφα.
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Σβυσμένο γκάζι, ἐρημιὰ καὶ λάκκος ἀνοιγμένος, / δελτίον ἀστυνομικὸν, κλητῆρας κοιμισμένος. (Γεώργιος Σουρής, Αθήνα, 1883)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.