Σημασία του κλείδα | Babel Free
Ορισμοί
- κλειδί, μέθοδος
- γυναικείο όνομα
- το καθένα από τα δύο επιμήκη οστά του άνω τμήματος του θώρακα που ενώνουν τις ωμοπλάτες με το στέρνο
Ισοδύναμα
Afrikaans
sleutelbeen
العربية
ترقوة
Català
clavícula
Čeština
klíční kost
English
Clavicle
Español
clavícula
Suomi
solisluu
Français
clavicule
Gàidhlig
cnàimh an uga
Galego
clavícula
हिन्दी
हँसली
Magyar
kulcscsont
Հայերեն
անրակ
Íslenska
viðbein
Italiano
clavicola
日本語
鎖骨
ქართული
ლავიწი
Қазақша
ашасүйек
Malagasy
taolampanavy
Te Reo Māori
ā
Македонски
клучна коска
မြန်မာဘာသာ
ညှပ်ရိုး
Nederlands
sleutelbeen
Polski
obojczyk
Português
clavícula
Română
claviculă
Русский
ключица
Svenska
nyckelben
ไทย
กระดูกไหปลาร้า
Tagalog
balagat
Türkçe
köprücük kemiği
Українська
ключиця
Παραδείγματα
“Η κλείδα έχει δύο άκρα· το ένα είναι κυκλικό και την ενώνει με το στέρνο και το άλλο λέγεται ακρωμιακό και είναι πεπλατυσμένο. Η πάνω επιφάνεια είναι λεία και έχει ένα φύμα με το οποίο συνδέεται ο κλειδοστερνικός σύνδεσμος.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free