Meaning of κιλό | Babel Free
/ciˈlo/Ορισμοί
- το χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“τρία κιλά αλεύρι”
three kilos of flour
“μισό κιλό κρασί”
half a kilo of wine
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.