HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κιλό

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ciˈlo

Ορισμοί

  1. το χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

Españolkiloquilo
Françaiskilo
32 more languages
العربيةكِيلُو
Catalàquilo
Češtinakilo
DeutschKilo
فارسیکیلو
Suomikilo
Galegoquilo
हिन्दीकिलो
Magyarkiló
Հայերենկիլո
Italianochilo
日本語キロ
ქართულიკილო
한국어키로킬로
ລາວກິໂລ
Nederlandskilo
Polskikilo
Portuguêskiloquilo
Românăchilkil
Русскийкило
Slovenčinakilo
Slovenščinakila
Српскиkilakilokilogram
Svenskakilo
Kiswahilikilo
தமிழ்கிலோ
Українськакіло
Tiếng Việtki lôki-lôkilôgam

Παραδείγματα

“τρία κιλά αλεύρι”

three kilos of flour

“μισό κιλό κρασί”

half a kilo of wine

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κιλό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free