HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κηφήνας | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ciˈfi.nas/

Ορισμοί

  1. η αρσενική μέλισσα που χρησιμοποιείται και χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή (γονιμοποίηση της βασίλισσας)
  2. κάθε τεμπέλης άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων, παρασιτικά
    figuratively

Ισοδύναμα

English Drone

Παραδείγματα

“※ Τ α σ ά κ ο ς: –Συνειδητοποίησα πώς, ὅπως ὄλοι οἱ διανοούμενοι, δέν εἶμαι παρά ἕνας φανταχτερός κηφήνας τῆς κοινωνίας∙ καί σέβομαι ἀπολύτως τόν μπακάλη πού μοῦ δίνει τό ψωμοτύρι μου καί πληρώνεται μέ μουνζτουρωμένο χαρτί τῆς κακιᾶς ὥρας.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κηφήνας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course